Ακόμα και σε έναν κόσμο γεμάτο από «ειδικές περιπτώσεις», όπως είναι ο κόσμος των πολεμικών τεχνών, η καποέιρα είναι πραγματικά… ειδική περίπτωση. Και αυτό, επειδή αντίθετα με τις υπόλοιπες πολεμίκες

τέχνες που θεωρούν ότι το να τις συσχετίσει κανείς με το χορό ισοδυναμεί, περίπου, με προσβολή, στην περίπτωση της καποέιρα (ή του καποέιρα όπως το λέγαμε παλιότερα), η σχέση με το χορό είναι οργανική και αποτελεί κομμάτι τόσο της ίδιας της τέχνης, όσο και της κουλτούρας που τη γέννησε. Καθώς πρόκειται για μια τέχνη που σχετίζεται με τους αφρικανούς σκλάβους που μεταφέρθηκαν από τους πορτογάλους αποικιοκράτες στη Βραζιλία από τις αρχές του 16ου αιώνα και ως τα τέλη του 19ου, όλη η ιστορία που γνωρίζουμε, συμπεριλαμβανομένης και της ονομασίας «καποέιρα», είναι προφορική και διαφέρει σημαντικά μεταξύ των γενεαλογιών των διαφόρων δασκάλων (ή «μέστρε» όπως αποκαλούνται στην ορολογία της τέχνης). Από τις αρχές της και ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η καποέιρα διδασκόταν σχετικά ανεξέλεγκτα· αυτό άλλαξε κυρίως από τις προσπάθειες του δασκάλου Μανουέλ ντος Ρέις Ματσάντο (ή «Μέστρε Μπίμπα», 1899-1974), ο οποίος άνοιξε την πρώτη κανονική σχολή καποέιρα και ξεκίνησε τη συστηματοποίηση της ύλης και της διδασκαλίας της.

Για όσους είναι εξοικειωμένοι με τις ασιατικές πολεμικές τέχνες, η καποέιρα είναι ένα είδος καράτε, περιλαμβάνει δηλαδή χτυπήματα με τα χέρια και τα πόδια καθώς και κάποιες ανατροπές. Εκτελείται μέσα σε έναν κύκλο που λέγεται «χόντα» ο οποίος αποτελείται από τους ασκούμενους και από κάποιους μουσικούς που παίζουν κυρίως κρουστά όργανα και δύο από τους ασκούμενους μπαίνουν στον κύκλο και ξεκινούν να παίζουν (στην καποέιρα χρησιμοποιείται το ρήμα «παίζω» και οι αναμετρήσεις μεταξύ δύο ασκούμενων λέγονται «τζόγο». Οι κινήσεις εκτελούνται αργά και σύμφωνα με το ρυθμό της μουσικής και παρότι ξεκινούν από απλές ανταλλαγές χτυπημάτων (χωρίς επαφή) συνήθως κλιμακώνονται σε πολύ ακροβατικές με επιδείξεις ισορροπίας και μεγάλης ευλυγισίας. Όλα τα παραπάνω, κάνουν την καποέιρα μια ιδιαίτερα δύσκολη αλλά πολύ θεαματική τέχνη με φανατικούς φίλους, τόσο ασκούμενους όσο και θεατές.

Εξοπλισμός: Άνετα, συνήθως λευκά ρούχα (φαρδύ παντελόνι, παντελόνι φόρμας, τ-σερτ) και ίσια παπούτσια γυμναστικής.